Greece Fact Check

/ Aug 04, 2026
2026/08/04

Νέες ταυτότητες και διαβατήρια: Η ίδια τεχνολογία πίσω από τον φόβο για το «τσιπ»

Με αφορμή την παύση ισχύος των παλαιών ελληνικών ταυτοτήτων ως ταξιδιωτικών εγγράφων και την απαίτηση επίδειξης νέου τύπου ταυτότητας για την έκδοση διαβατηρίου, δημοσιεύματα κατέγραψαν αυξημένη προσέλευση πολιτών στα γραφεία έκδοσης διαβατηρίων πριν από την καταληκτική ημερομηνία. Ορισμένοι φέρεται να είναι «αρνητές των νέων ταυτοτήτων» που έσπευσαν να εκδώσουν διαβατήριο θεωρώντας ότι έτσι θα απέφευγαν το «τσιπ» της νέας ταυτότητας.

Παράλληλα, κυκλοφόρησαν ισχυρισμοί ότι η νέα ταυτότητα επιτρέπει τον γεωεντοπισμό και τη συνεχή παρακολούθηση του κατόχου, αποθηκεύει ιατρικά και οικονομικά δεδομένα, συνδέει όλα τα κρατικά μητρώα σε ένα ενιαίο «προφίλ» ή μπορεί ακόμη και να χρησιμοποιηθεί για τον περιορισμό της πρόσβασης σε χρήματα και υπηρεσίες.

Σε άλλες περιπτώσεις, οι αντιδράσεις έχουν θρησκευτικό υπόβαθρο. Μέρος των πολιτών συνδέει την ηλεκτρονική ταυτοποίηση, το τσιπ ή τον Προσωπικό Αριθμό με το «χάραγμα», τον αριθμό 666 ή μια υποτιθέμενη μελλοντική παγκόσμια ηλεκτρονική ταυτότητα. Εκφράζονται επίσης ανησυχίες σχετικά με τη συγκέντρωση προσωπικών δεδομένων και τη χρήση του Προσωπικού Αριθμού.

Εν συντομία, όσοι πρόλαβαν να εκδώσουν διαβατήριο πριν από τις 3 Αυγούστου 2026 απέφυγαν προσωρινά την ανάγκη έκδοσης νέας ταυτότητας για τα ταξίδια τους. Δεν απέφυγαν, όμως, την τεχνολογία που υποτίθεται ότι φοβούνταν. Το ελληνικό διαβατήριο διαθέτει ήδη ανέπαφο τσιπ, μηχαναγνώσιμη ζώνη, ψηφιακή φωτογραφία, δακτυλικά αποτυπώματα και κρυπτογραφικούς μηχανισμούς ασφαλείας. Ούτε το διαβατήριο ούτε η νέα ταυτότητα διαθέτουν GPS ή δυνατότητα παρακολούθησης του κατόχου. Επομένως, η βιαστική έκδοση διαβατηρίου είχε νόημα μόνο ως προσωρινή παράταση της χρήσης ενός ταξιδιωτικού εγγράφου χωρίς άμεση έκδοση νέας ταυτότητας. Δεν είχε κανένα νόημα ως τρόπος αποφυγής του τσιπ ή των βιομετρικών δεδομένων. Από τις 3 Αυγούστου 2026, άλλωστε, η έκδοση νέου διαβατηρίου σε πολίτες άνω των 12 ετών προϋποθέτει νέα ταυτότητα.

Τι ισχύει αναλυτικά

Οι νέες ελληνικές ταυτότητες και τα σύγχρονα ελληνικά διαβατήρια είναι τεχνολογικά συγγενή, αλλά δεν είναι ισοδύναμα έγγραφα. Χρησιμοποιούν παρόμοια τεχνολογία ασφαλείας και διαθέτουν ανέπαφο ηλεκτρονικό μέσο αποθήκευσης, βιομετρικά χαρακτηριστικά και μηχαναγνώσιμη ζώνη. Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στον σκοπό και στη χρήση τους. Η ταυτότητα αποτελεί πρωτίστως το εθνικό έγγραφο ταυτοποίησης του Έλληνα πολίτη και συγχρόνως ταξιδιωτικό έγγραφο περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας. Το διαβατήριο αποτελεί το διεθνώς αναγνωρισμένο ταξιδιωτικό έγγραφο.

Η κοινή τεχνολογία τους

Και τα δύο έγγραφα διαθέτουν μηχαναγνώσιμη ζώνη, γνωστή ως Machine Readable Zone ή MRZ. Πρόκειται για τις γραμμές με γράμματα, αριθμούς και τα σύμβολα «<», τις οποίες μπορούν να διαβάζουν αυτόματα οι σαρωτές των συνοριακών αρχών, των αεροδρομίων και άλλων εξουσιοδοτημένων φορέων. Η MRZ δεν είναι τσιπ και δεν μεταδίδει δεδομένα. Είναι οπτικά εκτυπωμένη πληροφορία, σχεδιασμένη ώστε να διαβάζεται αυτοματοποιημένα.

Και τα δύο έγγραφα διαθέτουν επίσης ανέπαφο ηλεκτρονικό μέσο αποθήκευσης. Πρόκειται για παθητικό τσιπ, το οποίο ενεργοποιείται όταν βρεθεί σε μικρή απόσταση από συμβατή συσκευή ανάγνωσης και τροφοδοτηθεί από το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο της. Δεν διαθέτει μπαταρία, GPS, σύνδεση στο διαδίκτυο, κεραία κινητής τηλεφωνίας ή δυνατότητα αυτόνομης επικοινωνίας. Δεν μπορεί, επομένως, να προσδιορίσει, να καταγράψει ή να μεταδώσει τη θέση του κατόχου. Η ίδια βασική τεχνολογία χρησιμοποιείται στα ελληνικά βιομετρικά διαβατήρια εδώ και πολλά χρόνια.

Τα δεδομένα που περιέχονται στα τσιπ προστατεύονται με κρυπτογραφικούς μηχανισμούς. Η ψηφιακή υπογραφή του εγγράφου επιτρέπει στη συσκευή ελέγχου να επαληθεύσει ότι τα δεδομένα έχουν εγγραφεί από την αρμόδια ελληνική αρχή και δεν έχουν τροποποιηθεί. Δεν πρόκειται, όμως, για προσωπική ψηφιακή υπογραφή του πολίτη και δεν παρέχει στον κάτοχο τη δυνατότητα να υπογράφει ηλεκτρονικά έγγραφα.

Η βιομετρική λειτουργία των δύο εγγράφων είναι επίσης παρόμοια. Στο ηλεκτρονικό μέσο αποθηκεύεται ψηφιακή εικόνα του προσώπου και, για τους κατόχους άνω των 12 ετών, δύο δακτυλικά αποτυπώματα, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις όταν η λήψη τους είναι αδύνατη. Σκοπός είναι η επαλήθευση ότι το πρόσωπο που παρουσιάζει το έγγραφο είναι ο νόμιμος κάτοχός του. Για παράδειγμα, οι συνοριακές αρχές μπορούν να συγκρίνουν το πρόσωπο του ταξιδιώτη με την ψηφιακή φωτογραφία που είναι αποθηκευμένη στο τσιπ.

Σύμφωνα με τις επίσημες προδιαγραφές της Ελληνικής Αστυνομίας, στο ανέπαφο ηλεκτρονικό μέσο της νέας ταυτότητας αποθηκεύονται η ψηφιακή φωτογραφία, τα στοιχεία της μηχαναγνώσιμης ζώνης, δύο δακτυλικά αποτυπώματα, τα επώνυμα των γονέων, ο δήμος εγγραφής, ο αριθμός δημοτολογίου και ο τόπος έκδοσης. Από το 2025 στην ταυτότητα αναγράφεται και αποθηκεύεται ο Προσωπικός Αριθμός, διαχωρισμένος φυσικά ή λογικά από τα βιομετρικά δεδομένα.

Η ταυτότητα δεν αποθηκεύει ιατρικό ιστορικό, τραπεζικούς λογαριασμούς, οικονομικές συναλλαγές, φορολογικές δηλώσεις ή άλλα αντίστοιχα δεδομένα. Ο Προσωπικός Αριθμός αποτελεί ενιαίο αναγνωριστικό για την ορθή αντιστοίχιση του πολίτη στα κρατικά μητρώα. Δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενο αυτών των μητρώων αντιγράφεται ή αποθηκεύεται μέσα στην κάρτα. Η λειτουργία των κρατικών πληροφοριακών συστημάτων και η λειτουργία του τσιπ της ταυτότητας είναι διαφορετικά ζητήματα.

Ο ισχύων Κανονισμός (ΕΕ) 2025/1208 εφαρμόζεται άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη και δεν χρειάζεται ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία. Για τις ταυτότητες, περιορίζει την πρόσβαση στα αποθηκευμένα δακτυλικά αποτυπώματα στο δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό των αρμόδιων εθνικών αρχών και των οργανισμών της ΕΕ. Η πρόσβαση επιτρέπεται αποκλειστικά για την επαλήθευση της γνησιότητας του εγγράφου και της ταυτότητας του κατόχου, ενώ τα δακτυλικά αποτυπώματα που διαβάζονται κατά τον έλεγχο δεν επιτρέπεται να διατηρούνται μετά την ολοκλήρωσή του. Ο Κανονισμός δεν παρέχει νομική βάση για τη δημιουργία ή τη διατήρηση κεντρικής βάσης βιομετρικών δεδομένων σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σύμφωνα με τον ίδιο Κανονισμό, οι νέες ταυτότητες πρέπει να εκδίδονται σε μορφότυπο ID-1, δηλαδή σε διαστάσεις πιστωτικής κάρτας, να διαθέτουν μηχαναγνώσιμη ζώνη και να συμμορφώνονται με τις σχετικές προδιαγραφές του εγγράφου 9303 του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας, γνωστού ως ICAO ή ΔΟΠΑ. Ο Κανονισμός παραπέμπει επίσης σε ορισμένες τεχνικές προδιαγραφές ασφαλείας που χρησιμοποιούνται στον ενιαίο ευρωπαϊκό τύπο αδειών διαμονής.

Προβλέπει ακόμη ότι τα δελτία ταυτότητας που δεν πληρούν τα ελάχιστα πρότυπα ασφαλείας του ICAO ή δεν διαθέτουν λειτουργική μηχαναγνώσιμη ζώνη παύουν να ισχύουν κατά την ημερομηνία λήξης τους ή το αργότερο στις 3 Αυγούστου 2026, ανάλογα με το ποια ημερομηνία προηγείται. Για παράδειγμα, εάν μια μη συμμορφούμενη ταυτότητα έληγε στις 10 Μαΐου 2026, έπαυε να ισχύει εκείνη την ημέρα. Εάν η αναγραφόμενη ημερομηνία λήξης ήταν μεταγενέστερη, όπως το 2028 ή το 2030, έπαυε ούτως ή άλλως να ισχύει το αργότερο στις 3 Αυγούστου 2026.

Στην περίπτωση των παλαιών ελληνικών ταυτοτήτων, η άμεση και σαφώς ανακοινωμένη πρακτική συνέπεια ήταν ότι έπαψαν να γίνονται δεκτές ως ταξιδιωτικά έγγραφα. Επιπλέον, από τις 3 Αυγούστου 2026 απαιτείται νέα ταυτότητα για την έκδοση ελληνικού διαβατηρίου σε αιτούντες άνω των 12 ετών, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Διαβατηρίων της Ελληνικής Αστυνομίας.

Αναλυτικές πληροφορίες για τις προδιαγραφές και τις χρήσεις των νέων ταυτοτήτων παρουσιάσαμε σε παλαιότερο άρθρο μας, το οποίο είναι διαθέσιμο εδώ.

Το ελληνικό βιομετρικό διαβατήριο ανταποκρίνεται επίσης στα διεθνή πρότυπα του ICAO. Διαθέτει ανέπαφο ηλεκτρονικό μέσο αποθήκευσης και πολλαπλά φυσικά και ψηφιακά χαρακτηριστικά ασφαλείας, τα οποία επιτρέπουν τον έλεγχο της γνησιότητάς του. Η ψηφιακή εικόνα του προσώπου και τα δακτυλικά αποτυπώματα συνδέουν με ασφαλή τρόπο το διαβατήριο με τον νόμιμο κάτοχό του, ενώ τα αποθηκευμένα δεδομένα προστατεύονται με κρυπτογραφικούς μηχανισμούς.

Συμπέρασμα

Οι πολίτες που έσπευσαν πριν από την καταληκτική ημερομηνία να εκδώσουν διαβατήριο κατάφεραν να αποκτήσουν έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο χωρίς να εκδώσουν εκείνη τη στιγμή νέα ταυτότητα. Εφόσον, όμως, ο σκοπός τους ήταν να αποφύγουν το τσιπ και τη βιομετρική τεχνολογία, η επιλογή τους δεν πέτυχε αυτόν τον σκοπό. Το ελληνικό διαβατήριο διαθέτει ήδη ανέπαφο ηλεκτρονικό μέσο αποθήκευσης, μηχαναγνώσιμη ζώνη, ψηφιακή φωτογραφία, δακτυλικά αποτυπώματα και κρυπτογραφικούς μηχανισμούς ασφαλείας. Επομένως, η επίσπευση της έκδοσης διαβατηρίου δεν είχε τεχνολογικό νόημα ως τρόπος αποφυγής του τσιπ ή των βιομετρικών δεδομένων. Μπορούσε μόνο να μεταθέσει χρονικά την έκδοση της νέας ταυτότητας για όσους πρόλαβαν να αποκτήσουν διαβατήριο πριν από τις 3 Αυγούστου 2026. Από την ημερομηνία αυτή και μετά, η έκδοση νέου διαβατηρίου σε πολίτες άνω των 12 ετών προϋποθέτει υποχρεωτικά την κατοχή νέου τύπου ταυτότητας.

Επιπλέον πηγές

https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=LEGISSUM:5130294

https://web.archive.org/web/20260804070341/https://www.dnews.gr/eidhseis/ellada/473320/pote-pethainoun-oi-palies-taftotites-ti-einai-to-mrz-kai-to-rfid-pou-diathetoun-oi-nees

https://web.archive.org/web/20240519073629/https://wlius.com/blog/rfid-vs-nfc-whats-the-difference/

https://web.archive.org/web/20260804070826/https://www.ieidiseis.gr/ellada/147358/mrz-rfid-kai-nfc-stis-nees-taytotites-ti-ischyei-telika-me-to-tsipaki/

https://www.iso.org/obp/ui/#iso:std:iso-iec:7810:ed-3:v1:en

https://www.icao.int/publications/doc-series/doc-9303

https://www.passport.gov.gr/e-passport/biometrics.html

Αφήστε μια απάντηση