Η παλαιότερη μορφή παραπληροφόρησης: ρητορικές που στοχεύουν τις γυναίκες

Του Chris Kremidas Courtney
Senior Fellow for Peace, Security and Defence at Friends of Europe, Lecturer for Institute for Security Governance (ISG) in Monterey, California, and Advisor for Governance and Resilience at Extended Reality Safety Initiative (XRSI), San Francisco.

Η παραπληροφόρηση που αποσκοπεί στην αποδυνάμωση των γυναικών είναι μια από τις παλαιότερες και πιο επιζήμιες μορφές προπαγάνδας και η ιστορία της παραπληροφόρησης κατά των γυναικών, έχει τις ρίζες της σε αιώνες μισογυνιστικών συμπεριφορών και πρακτικών.

Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, οι γυναίκες έχουν υποστεί ένα ευρύ φάσμα ψευδών, δυσφημιστικών και συχνά κακόβουλων ρητορικών που χρησιμοποιήθηκαν για να υπονομεύσουν την αξιοπιστία τους, τις ικανότητές τους, ακόμη και την αναγνώριση της ύπαρξής τους ως ανθρώπων. Στην αρχαιότητα, τα σύμβολα της θεάς δυσφημίζονταν και υποβαθμίζονταν, καθώς πρώτα έπρεπε να εδραιωθεί η ανδρική υπεροχή στις θρησκευτικές πεποιθήσεις, επειδή για μεγάλο μέρος της ιστορίας, η θρησκεία ήταν νόμος και πολιτισμός.


Με αυτόν τον τρόπο, οι θρησκευτικές και πολιτιστικές πεποιθήσεις διαμορφώθηκαν για να δικαιολογήσουν τις διακρίσεις και την καταπίεση. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, οι γυναίκες στερούνταν την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την ιδιοκτησία και άλλα δικαιώματα με την αιτιολογία ότι αυτό είναι «θέλημα Θεού» ή «φυσική τάξη των πραγμάτων».

Για παράδειγμα, πολλοί πιστεύουν ακόμη και σήμερα τον μύθο ότι η Μαρία Μαγδαληνή ήταν πόρνη, ενώ δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από μια πολύ αφοσιωμένη οπαδός του Ιησού Χριστού και ίσως ακόμη και η μοναδική γυναίκα Απόστολος. Όμως ένας πάπας τη χαρακτήρισε ως «αμαρτωλή γυναίκα» το έτος 591 και αυτή η ψευδαίσθηση διαδόθηκε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο.

Παρά το γεγονός ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία απεκατέστησε το ιστορικό 1.378 χρόνια αργότερα, το 1969, ο αρνητικός αντίκτυπος παραμένει με πολλούς να εξακολουθούν να πιστεύουν αυτόν τον μύθο. Μπορούμε μόνο να αναρωτηθούμε ποιος θα ήταν ο ρόλος της γυναίκας στον Χριστιανισμό σήμερα, αν αυτό το ψέμα δεν είχε διατηρηθεί για τόσο πολύ καιρό. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα του ότι η παραπληροφόρηση είναι το πλαστικό απόβλητο της σφαίρας της πληροφόρησης – διαρκεί για εκατοντάδες χρόνια και συνεχίζει να δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα.

Κατά τον Μεσαίωνα, οι γυναίκες συχνά απεικονίζονταν ως ηθικά και πνευματικά κατώτερες από τους άνδρες, και κάθε γυναικεία επιτυχία ή δύναμη αποδιδόταν συχνά στη μαγεία ή σε δαιμονικές δυνάμεις. Αυτό δημιούργησε έναν προληπτικό φόβο για τις δυνατότητες των γυναικών και οδήγησε στην πεποίθηση ότι οι γυναίκες αποτελούσαν απειλή για τη σταθερότητα της κοινωνίας, με αποτέλεσμα οι γυναίκες που κατηγορούνταν για μαγεία να χάνουν την περιουσία τους ή ακόμη και τη ζωή τους.

Στην πρώιμη νεότερη περίοδο, η παραπληροφόρηση κατά των γυναικών χρησιμοποιήθηκε συχνά για να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό τους από την πολιτική, την εκπαίδευση και άλλα δημόσια πεδία. Οι γυναίκες παρουσιάζονταν ως πολύ συναισθηματικές για να σκεφτούν λογικά και ως απειλή για την κοινωνική τάξη, ενώ ταυτόχρονα οι άνδρες ξεκινούσαν πολέμους και έκαναν πογκρόμ.

Τον 19ο αιώνα, η παραπληροφόρηση κατά των γυναικών χρησιμοποιήθηκε για να τους αρνηθούν το δικαίωμα να ψηφίζουν και να συμμετέχουν στην πολιτική διαδικασία. Η παραπληροφόρηση χρησιμοποιήθηκε συχνά για να παρουσιάσει τις γυναίκες ως πολύ αδύναμες και εύθραυστες για να τους εμπιστευτεί κανείς την πολιτική εξουσία ή ως πολύ παράλογες και συναισθηματικές για να τους εμπιστευτεί κανείς τη λήψη αποφάσεων.

Τον 20ο αιώνα, τα σεξιστικά στερεότυπα χρησιμοποιήθηκαν για να περιορίσουν τους ρόλους των γυναικών στον εργασιακό χώρο και την οικογενειακή ζωή. Οι γυναίκες παρουσιάζονταν ως εγγενώς ακατάλληλες για ανώτερες θέσεις και ως μη έχουσες θέση στη δημόσια σφαίρα. Αυτές οι ρητορικές συχνά υποστηρίζονταν από την κατάχρηση της επιστήμης.

Στην πρόσφατη ιστορία, η παραπληροφόρηση κατά των γυναικών εξακολουθεί να αποτελεί ένα διάχυτο και επίμονο πρόβλημα. Ενώ οι γυναίκες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο όσον αφορά την απόκτηση νομικών δικαιωμάτων και την κοινωνική ισότητα, εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές μορφές παραπληροφόρησης που χρησιμοποιούνται για την υπονόμευση και τη διάκριση εις βάρος των γυναικών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ρητορικές αυτές αξιοποιούνται ακόμη και μέσω διαδικτυακών διαφημίσεων.

Σήμερα, παρά τα αποδεδειγμένα επιτεύγματα των γυναικών ως αρχηγών κρατών, επιστημόνων και ηγετών σε πολλούς τομείς, η παραπληροφόρηση κατά των γυναικών εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για την άρνηση των ίσων δικαιωμάτων και ευκαιριών των γυναικών. Ο απόηχος των ψευδών αφηγήσεων των περασμένων αιώνων ακούγεται ακόμη και σήμερα.

Αυτές οι ψευδείς αφηγήσεις για τους ρόλους των φύλων, οι δυναμικές εξουσίας και η σεξουαλικότητα εξακολουθούν να υπονομεύουν την αυτονομία και τη δράση των γυναικών. Ο αντίκτυπός τους φαίνεται σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις του Reykjavik Index for Leadership, οι οποίες δείχνουν ότι η προκατάληψη κατά των γυναικών ηγετών αυξάνεται, με τους νεότερους ενήλικες να πιστεύουν στις γυναίκες λιγότερο από τους ίδιους τους γονείς τους.

Μια άλλη συνήθης μορφή παραπληροφόρησης κατά των γυναικών τα τελευταία χρόνια ήταν η χρήση της πολιτικής προπαγάνδας και άλλων μορφών μέσων μαζικής ενημέρωσης για τη διάδοση ψευδών ή μεροληπτικών πληροφοριών. Αυτό περιελάμβανε τη χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης για την παρουσίαση των γυναικών με υποτιμητικό τρόπο, καθώς και για την επίθεση και την απαξίωση γυναικών που κατέχουν θέσεις εξουσίας ή επιρροής.

Για παράδειγμα, πρόσφατα η πρωθυπουργός της Φινλανδίας Sanna Marin και η πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας Jacinda Ardern, δύο από τις κορυφαίες προσωπικότητες της δυτικής δημοκρατίας, ερωτήθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης αν ο λόγος της συνάντησής τους ήταν το φύλο ή η ηλικία τους. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον Γερμανό καγκελάριο Όλαφ Σολτς και τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν να δέχονται την ίδια ερώτηση.

Όταν πρόκειται για έγχρωμες γυναίκες, η παραπληροφόρηση παίρνει ακόμη πιο άσχημο τόνο, όπως συνέβη με τη Γαλλίδα υπουργό Δικαιοσύνης Christiane Taubira το 2013, όταν η ανθρωπιά της αμφισβητήθηκε από μέλος του αντίπαλου κόμματος. Σε άλλες περιπτώσεις, οι σοβαρές και μορφωμένες έγχρωμες γυναίκες απεικονίζονται ως υπερσεξουαλικές και απάνθρωπες, με την εμφάνιση και τη συμπεριφορά τους να χαρακτηρίζονται ψευδώς ως απειλή για την κοινωνική τάξη.

Συνολικά, η ιστορία της παραπληροφόρησης κατά των γυναικών, χαρακτηρίζεται από τη συνεχή χρήση ψευδών και παραπλανητικών πληροφοριών, που ενισχύονται από αιώνες ψευδών αφηγήσεων για την υπονόμευση των δικαιωμάτων και της ισότητας των γυναικών. Παρόλο που έχουν σημειωθεί θετικές εξελίξεις τα τελευταία χρόνια, όπως η αυξημένη ευαισθητοποίηση και οι προσπάθειες για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης κατά των γυναικών, αυτό παραμένει μια σημαντική πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπιστεί προκειμένου να αρθούν τα τελευταία εμπόδια για την ισότητα.

Υπάρχουν πολλές πιθανές λύσεις για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης κατά των γυναικών και οι καλύτερες προσεγγίσεις θα καθοδηγούνται από τις ίδιες τις γυναίκες. Αξιοποιώντας τη σοφία των γυναικών που ηγούνται των κοινωνικών προσπαθειών για την υποστήριξη και την υπεράσπιση της δημοκρατίας, προκύπτει ένας σαφής κατάλογος λύσεων:

Η παραπληροφόρηση σχετικά με τους ρόλους που μπορούν να έχουν οι γυναίκες στην κοινωνία [και] σχετικά με τα πολιτιστικά πρότυπα που τις καταπνίγουν πρέπει να αντιμετωπιστεί από νωρίς και σε όλες τις πτυχές της κοινωνίας: οικογένειες, σχολεία, θρησκευτικές δομές, κοινοτικά κέντρα, αθλητικές εγκαταστάσεις, μέσα ενημέρωσης, κυβερνητικές πολιτικές. Αν οι εκπαιδευτικές εκστρατείες και οι πρωτοβουλίες διαλόγου για την ασφάλεια στο διαδίκτυο και τους κινδύνους του καπνίσματος μπορούν να προσαρμοστούν ώστε να είναι κατάλληλες για την ηλικία και την κουλτούρα, το ίδιο μπορούν να κάνουν και οι εκστρατείες που αμφισβητούν τα κοινωνικά πρότυπα που καταπνίγουν και βλάπτουν την ταυτότητα, την ανάπτυξη, τη δύναμη και τελικά την τεράστια συνεισφορά των γυναικών στην κοινωνία“, υποστηρίζει η Miriam Fugfugosh, εκπαιδεύτρια παγκόσμιας ηγεσίας με έδρα τη Γενεύη.

Η Alice Stollmeyer, ιδρύτρια και εκτελεστική διευθύντρια της Defend Democracy, μιας διατλαντικής οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών, υποστηρίζει ότι: “Οι γυναίκες πολιτικοί και οι γυναίκες που είναι δημόσιες προσωπικότητες, συχνά πιστεύουν ότι το διαδικτυακό μίσος και η παραπληροφόρηση κατά των γυναικών “είναι συνυφασμένο με τη δουλειά τους”. Αλλά δεν πρέπει ποτέ να δεχτούμε το μίσος, το ψέμα, την προπαγάνδα και τη χειραγώγηση της πληροφορίας ως δεδομένα. Βλέποντας τη συνολική εικόνα του κατεστραμμένου χώρου της πληροφορίας, είναι σαφές ότι οι εξωτερικές, εγχώριες και τεχνολογικές απειλές κατά της δημοκρατίας συμβαδίζουν και αλληλοενισχύονται. Επομένως, πρέπει να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση αυτή με συνεκτικό τρόπο. Επειδή οι αιτίες της “διαταραχής της πληροφόρησης” είναι πολλές, δεν υπάρχει άμεση, μαγική λύση. Αλλά μια βασική δράση που πρέπει να αναληφθεί είναι να συνεργαστούν οι δημοκρατίες και να αποδιοργανώσουν την πόλωση ως επιχειρηματικό μοντέλο των εταιρειών που χαρακτηρίζονται ως Γίγαντες Τεχνολογίας. Δεν μπορούμε να αφήσουμε τους αλγόριθμους να πολώσουν τις κοινωνίες μας μέχρι να χαθεί η κοινή πραγματικότητα και να πεθάνει η δημοκρατία

Μια ειδικός υπεράσπισης (των γυναικείων δικαιωμάτων) με έδρα τη Ρώμη μοιράζεται την άποψή της: “Η πατριαρχία που εκδηλώνεται ως παραπληροφόρηση πρέπει να καταπολεμηθεί με τον δικό της συγκεκριμένο τρόπο, ξεκινώντας από τους μύθους και τις ιστορίες που διαμορφώνουν τον πολιτισμό μας. Βλέποντας την Εύα ως την αιτία του προπατορικού αμαρτήματος, την Ελένη ως την αιτία του Τρωικού πολέμου, την Πηνελόπη ως την αγαπημένη σύζυγο που περίμενε τον σύζυγό της στο σπίτι, ενώ εκείνος έκανε τον γύρο του κόσμου. Όλα αυτά είναι ξεπερασμένες έννοιες και κλισέ που πρέπει να καταρριφθούν.

Στην εποχή μας, το πρώτο βήμα για να σταματήσει [η παραπληροφόρηση] κατά των γυναικών είναι να αφήσουμε τα παιδιά μας να είναι ελεύθερα ανάμεσα στους οικιακούς φραγμούς, χωρίς ταμπέλες ή καθορισμένους ρόλους μέσα στην οικογένεια: η μητέρα και ο πατέρας να είναι εναλλάξιμοι στην οικιακή εργασία και στην καθημερινή ζωή. Μέσω τέτοιων πρώιμων παραδειγμάτων μπορούμε να δημιουργήσουμε μια πραγματική ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων στην κουλτούρα μας και να καταστήσουμε αναποτελεσματική την παραπληροφόρηση κατά των γυναικών.”

Η Hanna Linderstål, ιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλος του Οργανισμού Προστασίας Επιχειρήσεων Earhart με έδρα τη Στοκχόλμη, παρατηρεί: “Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η φωνή των ανθρώπων και είναι επίσης μια παιδική χαρά για όσους θέλουν να εκμεταλλευτούν την κοινωνική γνωσιακή μας συμπεριφορά για να αποκτήσουν εξουσία, να επηρεάσουν τις απόψεις και να ελέγξουν με τη χρήση της παραπληροφόρησης, χρησιμοποιώντας αυτοματοποιημένα προγράμματα και ψεύτικους λογαριασμούς για να δημιουργήσουν τάσεις που εμείς οι άνθρωποι θέλουμε να ακολουθήσουμε. Ο φόβος μας να μη χάσουμε κάτι, μας κάνει εύκολα επηρεάσιμους και ελέγξιμους. Οι αλγόριθμοι που τροφοδοτούν τη συνείδησή μας με περισσότερα από αυτά που είδαμε, τροφοδοτούν τις πεποιθήσεις μας μέχρι να γίνουν αληθινές στη γνωσιακή μας σφαίρα. Πιστεύω λοιπόν ότι αυτές οι πλατφόρμες χρειάζονται αυστηρές ρυθμίσεις για να σταματήσει η εξάπλωση της παραπληροφόρησης κατά των γυναικών και να εξισωθούν οι όροι ανταγωνισμού, ώστε οι γυναίκες και τα κορίτσια να κρίνονται μόνο για τις ιδέες και τον χαρακτήρα τους.”

Αυτό το άρθρο εμφανίστηκε αρχικά στα αγγλικά στο www.friendsofeurope.org

Μετάφραση:  Ιωάννα Βάσου