Όχι, δεν είναι “προδοσία” η πράξη του Ιερώνυμου να αναγνωρίσει την εκκλησία της Ουκρανίας

Σύμφωνα με άρθρο της ελληνόφωνης έκδοσης του ελεγχόμενου από το Κρεμλίνο, πρακτορείου Sputnik, είναι “Προδοσία η πράξη του Ιερώνυμου να αναγνωρίσει τη σχισματική εκκλησία”.

Αναφορικά με τον συντάκτη του άρθρου του Sputnik, θεολόγο-ιερέα Νικόλαο Σαββόπουλο, φαίνεται πως αρθρογραφεί τακτικά κατά της αναγνώρισης του αυτοκέφαλου της Ουκρανικής Εκκλησίας, ενώ στις 22 Σεπτεμβρίου 2019 μετέβη στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου μαζί με άλλους δυο Έλληνες κληρικούς, όπου συλλειτούργησε με τον (μη αναγνωρισμένο) Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ. Ονούφριο του Πατριαρχείου Μόσχας. Στην ανακοίνωση της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, αναφέρεται ότι οι εν λόγω κληρικοί “Διέπραξαν κανονικά παραπτώματα, το της αιτήσεως μετά ψευδούς σκοπού, εξαπατήσαντες τον Μητροπολίτην τους και τα όσα εκείσε έπραξαν, αγνοούντες την Εκκλησιαστικήν των Αρχήν”. Τα ανωτέρω υποδηλώνουν μεροληψία υπέρ των ρωσικών θέσεων στο θέμα του αυτοκέφαλου της Ουκρανικής Εκκλησίας.

Στις 11 Οκτωβρίου 2018, ο Βαρθολομαίος αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Ουκρανικής από τη Ρωσική Εκκλησία, επιφέροντας ένα πλήγμα εναντίον του Πατριαρχείου Μόσχας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ασκούσε πανίσχυρη επιρροή επί των χριστιανών της Ουκρανίας. Για να μπορέσει ο Βαρθολομαίος να απονείμει ανεξαρτησία στους Ορθόδοξους Ουκρανούς, έπρεπε να βασιστεί πάνω σε ένα πανάρχαιο κείμενο από τους πρώτους αιώνες της Χριστιανοσύνης.

Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος, ή Σύνοδος της Χαλκηδόνας, έλαβε χώρα στις 8 Οκτωβρίου με 1η Νοεμβρίου του 451 μΧ στην πόλη της Χαλκηδόνας στη Βιθυνία (προάστιο της Κωνσταντινούπολης). Συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό και τη σύζυγό του, Αυγούστα Πουλχερία το 451 στη Χαλκηδόνα. Αποτελούνταν από 650 επισκόπους και καταπολέμησε τη διδασκαλία του Μονοφυσιτισμού, η οποία, με πρωτεργάτη τον αρχιμανδρίτη Ευτυχή, δίδασκε ότι η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε πλήρως την ανθρώπινη.

Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος εξέδωσε 30 κανόνες. Ο Κανόνας ΚΗ΄, ορίζει την εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως να έχει ισοδύναμα πρεσβεία τιμής με τη Ρώμη και της αποδίδει επισκοπική δικαιοδοσία στη Θράκη, τον Πόντο και τη Ασιανή. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως διατήρησε τα πρώτα Πρεσβεία Τιμής στην ανατολή αναβαθμιζόμενο ως προς τη συνολική ιεράρχηση αφού θεσπίστηκε να διατηρεί ισαξίως τα πρεσβεία τιμής με την πρεσβυτέρα Ρώμη, ο Πατριάρχης αναγνωρίστηκε ως τελεσίδικος διαιτητής μεταξύ επισκόπων και μητροπολιτών.

"Πανταχοῦ τοῖς τῶν ἁγίων Πατέρων ὅροις ἑπόμενοι, καὶ τὸν ἀρτίως ἀναγνωσθέντα 
κανόνα τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα θεοφιλεστάτων ἐπισκόπων, τῶν συναχθέντων ἐπὶ τοῦ τῆς 
εὐσεβοῦς μνήμης Μεγάλου Θεοδοσίου, τοῦ γενομένου βασιλέως ἐν τῇ βασιλίδι 
Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ῥώμης,γνωρίζοντες, τὰ αὐτὰ καὶ ἡμεῖς ὁρίζομέν τε καὶ ψηφιζόμεθα περὶ τῶν 
πρεσβείων τῆς ἁγιωτάτης ἐκκλησίας τῆς αὐτῆς Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ῥώμης· καὶ γὰρ 
τῷ θρόνῳ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, διὰ τὸ βασιλεύειν τὴν πόλιν ἐκείνην, οἱ Πατέρες 
εἰκότως ἀποδεδώκασιτὰ πρεσβεῖα. Καὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατὸν πεντήκοντα 
θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι,τὰ ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς Νέας Ῥώμης ἁγιωτάτῳ 
θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τὴν βασιλείᾳ καὶ συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καὶ τῶν ἴσων 
ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ῥώμῃ, καὶ ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς 
ἐκείνην ὑπάρχουσαν. Καὶ ὥστε τοὺς τῆς Ποντικῆς, καὶ τῆς Ἀσιανῆς, καὶ τῆς Θρᾳκικῆς 
διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, ἔτι δὲ καὶ τοὺς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν 
προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς 
κατὰ Κωνσταντινούπολιν ἁγιωτάτης ἐκκλησίας· δηλαδὴ ἑκάστου μητροπολίτου τῶν 
προειρημένων διοικήσεων μετὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπων χειροτονοῦντος τοὺς τῆς 
ἐπαρχίας ἐπισκόπους, καθὼς τοῖς θείοις κανόσι διηγόρευται· χειροτονεῖσθαι δέ, 
καθὼς εἴρηται τοὺς μητροπολίτας τῶν προειρημένων διοικήσεων παρὰ τοῦ 
Κωνσταντινουπόλεως ἀρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατὰ τὸ ἔθος γινομένων, 
καὶ ἐπ’ αὐτὸν ἀναφερομένων. "

Με βάση τις εξουσίες που κατέχει το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως από την εποχή της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου που τελέστηκε πριν 1.658 χρόνια, ο Βαρθολομαίος έχει την δυνατότητα να απονέμει αυτοκεφαλία σε οποιαδήποτε ορθόδοξη εκκλησία.

Το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδας. Η απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπέρ της παραχώρησης του αυτοκεφάλου στην Εκκλησία της Ουκρανίας αποτέλεσε τη βάση της αφετηρίας των αποφάσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, με δεδομένο ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο θεωρείται η μητέρα της Ορθοδοξίας.

Σύμφωνα με την Καθημερινή, μετά την ανακήρυξη –επισήμως στις αρχές του 2019– της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας ως νέας, 15ης αυτοκέφαλης Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, τα υπόλοιπα (πλην του Οικουμενικού) 13 Πατριαρχεία και αυτοκέφαλες Εκκλησίες της Ορθοδοξίας εκλήθησαν να λάβουν θέση στο αίτημα της αναγνώρισής της, που κατέθεσε το Φανάρι.

Η εισήγηση του Αρχιεπισκόπου για την αναγνώριση του αυτοκέφαλου της Ουκρανικής Εκκλησίας βασίστηκε στις εισηγήσεις των δύο αρμόδιων επιτροπών της Ιεραρχίας –των Συνοδικών Επιτροπών Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων (υπό την προεδρία του μητροπολίτη Διδυμοτείχου Δαμασκηνού) και Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων (υπό την προεδρία του μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνατίου)–, τις οποίες είχε ζητήσει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος. Οι δύο επιτροπές, στο κοινό πόρισμά τους, εισηγήθηκαν την αναγνώριση της αυτοκεφαλίας, έχοντας μεταξύ των επιχειρημάτων τους και τη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος σε παλαιότερες ιδρύσεις ή επανιδρύσεις Εκκλησιών, όπως της Αλβανίας και της Τσεχίας.

Συνεπώς, η αναγνώριση του αυτοκέφαλου της Ουκρανικής Εκκλησίας δεν συνιστά “προδοσία”, αλλά ξεκάθαρο δικαίωμα της Εκκλησίας της Ελλάδας, που βασίστηκε σε πόρισμα δυο εκκλησιαστικών επιτροπών, αλλά και τη στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου που με κάθε νομιμότητα απέδωσε την αυτοκεφαλία αρχικά.