To σοβιετικό «hoax» που προκάλεσε νευρικότητα και κόστισε δισεκατομμύρια στους Αμερικανούς

Στις 17 Δεκεμβρίου 1947, το διηπειρωτικό βομβαρδιστικό B-47 Stratojet της Boeing, εισήλθε σε υπηρεσία με την USAF. Η εποχή των αεριωθούμενων βομβαρδιστικών είχε φτάσει.  Οι Ρώσοι από την άλλη, δεν είχαν ούτε κατά διάνοια να παραθέσουν κάτι αντίστοιχο. Αν και προσπάθησαν να αναπτύξουν ένα βομβαρδιστικό ανάλογων ικανοτήτων, το Tu-16 δεν μπορούσε με τίποτα να πλησιάσει τις δυνατότητες των αμερικανικών αεροσκαφών. Ο Στάλιν απαίτησε τη κατασκευή ενός βομβαρδιστικού με κινητήρες τζετ, που θα μπορούσε να πλήξει στόχους στις ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα ήταν το Myasishchev M-4 (Bison), που μερικά χρόνια αργότερα θα γινόταν το επίκεντρο του μεγαλύτερου έως τότε hoax, με το οποίο οι Σοβιετικοί θα έβαζαν σε μπελάδες τους Αμερικανούς.

Αρχικά ο Στάλιν απευθύνθηκε στον πασίγνωστο σχεδιαστή αεροσκαφών Andrei Tupolev, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε με πείσμα να κατασκευάσει ένα αεριωθούμενο διηπειρωτικό βομβαρδιστικό, γνωρίζοντας πως η ρωσική τεχνογνωσία πάνω σε κινητήρες τζετ, δεν του επέτρεπε αυτό το εγχείρημα. Στη πρόκληση απάντησε ένα μαθητής του, ο Vladimir Myasischev, δημιουργώντας το Myasishchev M-4 (κωδική ονομασία NATO «Bison»), ως ένα τετρακινητήριο τζετ βομβαρδιστικό που θα μπορούσε να επιφέρει πυρηνικό πλήγμα στις ΗΠΑ.

Το Bison πρωτοπέταξε σύντομα μετά την πρώτη πτήση του Boeing B-52 Stratofortress και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό στην Κόκκινη Πλατεία, την Πρωτομαγιά του 1954. Το αεροσκάφος αποτέλεσε έκπληξη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες μέχρι τότε δεν είχαν ιδέα πως οι Σοβιετικοί είχαν κατασκευάσει αεριωθούμενο βομβαρδιστικό, που φαινομενικά μπορούσε να πλήξει τις ΗΠΑ. Η πρώτη αναφορά για το Bison στις ΗΠΑ, έγινε στο τεύχος του περιοδικού Aviation Week στις 15 Φεβρουαρίου 1954, με τη περιγραφή να κάνει λόγο για ένα νέο σοβιετικό αεροσκάφος που μπορεί να βομβαρδίσει με πυρηνικά τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τον Ιούλιο του 1955, Αμερικανοί παρατηρητές είδαν 28 Bisons σε δύο ομάδες κατά τη διάρκεια μιας σοβιετικής αεροπορικής επίδειξης στο Tushino. Η επίδειξη όμως ήταν μια καλοστημένη φάρσα των Σοβιετικών. Η πρώτη ομάδα των δέκα αεροσκαφών, επανάλαβε τη διέλευση, μαζί με ακόμη οκτώ αεροσκάφη, με τους Αμερικανούς να νομίζουν πως είδαν 28, αντί για 18 Bisons. Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών πίστεψε ότι τα συγκεκριμένα βομβαρδιστικά ήταν σε μαζική παραγωγή και η CIA εκτίμησε ότι 800 θα είναι διαθέσιμα μέχρι το 1960.

Οι Αμερικανοί δεν γνώριζαν πως είχαν υπερεκτιμήσει τις ικανότητες του Bison. Αν και αρχικά παρουσιάστηκε ως διηπειρωτικό βομβαρδιστικό, η εμβέλειά του δεν ξεπερνούσε τα 8.500 χιλιόμετρα, γεγονός που δεν του επέτρεπε να φτάσει στις ΗΠΑ, πόσο μάλλον να επιστρέψει πίσω στη βάση του. Για να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, το γραφείο σχεδιασμού του Myasishchev εισήγαγε την μοντέλο 3Μ, γνωστό στη Δύση ως «Bison-B», το οποίο ήταν σημαντικά πιο ισχυρό από την προηγούμενη έκδοση, αλλά και πάλι δεν είχε το αναγκαίο βεληνεκές για να φτάσει μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εξαπάτηση, οδήγησε στο λεγόμενο «Bomber Gap«, δηλαδή των αντίληψη των Αμερικανών πως οι Σοβιετικοί διέθεταν τεράστιες ικανότητες αεροπορικού βομβαρδισμού, σε σχέση με τους Αμερικανούς. Αποτέλεσμα της σοβιετικής εξαπάτησης, ήταν να δημιουργηθεί ένας τεράστιος στόλος 2.892 αμερικανικών βομβαρδιστικών (περί τα 2.032 B-47, 744 B-52 και 116 B-58) που σε περίπτωση πολέμου, θα χτυπούσαν χιλιάδες στόχους στα εδάφη της ΕΣΣΣ.

Η λίστα των στόχων που οι Αμερικανοί θα χτυπούσαν με πυρηνικά σε περίπτωση πολέμου με την ΕΣΣΔ

Με τον Πρόεδρο Dwight Eisenhower να είναι σκεπτικός για το Bomber Gap, αποφασίστηκε να ξεκινήσουν κατασκοπευτικές πτήσεις με αεροσκάφη U-2, για να αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Οι πρώτες πτήσεις U-2 ξεκίνησαν το 1956. Μια από τις πρώτες, η Mission 2020 με πιλότο τον Martin Knutson στις 4 Ιουλίου 1956, πέταξε προς το σοβιετικό αεροδρόμιο Engels-2, κοντά στο Saratov, και φωτογράφησε 20 βομβαρδιστικά Μ-4 Bison (αργότερα αποκαλύφθηκε πως η συγκεκριμένη αποστολή δεν πλησίασε καν το στόχο της). Πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό τους με αυτό των σοβιετικών βάσεων βομβαρδισμού (περί τις 1.100), οι ΗΠΑ κατέληξαν στο συμπέρασμα πως οι οι Σοβιετικοί διέθεταν εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες τέτοια αεροσκάφη. Μετέπειτα κατασκοπευτικές αποστολές αλλά και πληροφορίες από τα εργοστάσια κατασκευής των M-4, κατάφεραν να διαψεύσουν τις αρχικές ανησυχίες και ήδη από το 1958, οι Αμερικανοί κατάλαβαν ότι είχαν πέσει θύματα εξαπάτησης.

Λίγο αργότερα ανακαλύφθηκε πως το M-4 ήταν ανίκανο να εκπληρώσει τους αρχικούς στόχους του και η εμβέλειά του περιοριζόταν σε περίπου 8.500 χιλιόμετρα. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, οι Σοβιετικοί δεν είχαν ακόμη βάσεις στο εξωτερικό (πχ στη Κούβα) και έτσι το Μ-4 δεν μπορούσε να επιτεθεί στις ΗΠΑ. Το ενδιαφέρον για το M-4 σταδιακά υποχώρησε και Σοβιετικοί κατασκεύασαν μόνο 93 αεροσκάφη, πριν η γραμμή παραγωγής κλείσει το 1963. Η μεγάλη πλειοψηφία χρησιμοποιήθηκαν ως ιπτάμενα τάνκερ ή αεροσκάφη θαλάσσιας επιτήρησης.

Το ακριβές κόστος της ευφυέστατης σοβιετικής εξαπάτησης είναι άγνωστο, αλλά σίγουρα ήταν υψηλό για τους Αμερικανούς, με τους τελευταίους να κατασκευάζουν 2.892 νέα βομβαρδιστικά, που σε σημερινές τιμές, μεταφράζεται σε κόστος δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *